Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Δρασκελισμός



...επόμενος δρασκελισμός, οταν αυτός ο άνθρωπος δε θα' ναι πίσω σου, ή αυτή η γυναίκα δε θα κάθεται μπροστά σου, όταν αυτοί οι άνθρωποι θα έχουνε διακόψει την αέναη ροή της συναναστροφής, επόμενος δρασκελισμός, όταν ο ένας ή ο άλλος θα κοιτάζει απέναντι κι αντί τον κόσμο να αντικρίζει θα νιώθει χάος και θα αλητεύει στα σκοτάδια με τον πιο χυδαίο για τον εαυτό του τρόπο παρέα με τις πληγές, επόμενος δρασκελισμός,αυτός μέχρι μιαν άλλη πόρτα που είναι κάπου δίπλα σου. Αν την ανοίξεις, με όλους τους προηγούμενους δρασκελισμούς έχεις ήδη διευθύνει το πρώτο σου το βήμα.
Καμία ομοιότητα, κι ομως αποτελείς ερωτευμένο. 


Το πλοίο πήγε το πλοίο γύρισε μα οι ποιητές συνεχίζουν.



Πηγαίναμε, προς άγνωστους προορισμούς, η και γνωστούς με ελπίδα αυτό το άγνωστο  που έχει άλλο πρόσωπο κοντά στη θάλασσα, πλάι στους τουρίστες, δίπλα στους ντόπιους,  πάνω στο πλοίο, έτσι νομίζουμε, και δέσαμε και πάλι τις άγκυρες στην άσφαλτο της πόλης για να επιστρέψουμε με τη λήξη της όποιας άδειας παραμονής έξω απ’ αυτήν.  
Συναντήσαμε ποιητές με λίγο πιο χαλαρά τα μολύβια, ερωτευμένους  χωρίς καμία επίγνωση της όποιας ματαιότητας του εγχειρήματος,  προσωρινούς ανέμελους. Κάναμε ζεν, το σώμα ξεδιπλώθηκε, οι πόνοι απομακρύνθηκαν, το βλέμμα χάθηκε, τα χέρια βούλιαξαν,  τα πόδια σκαρφάλωσαν, το μυαλό  ξεστράτισε.  
Κι ήτανε πάνω στο πλοίο του πηγαιμού, άνθρωποι διάφοροι με ίδια ρούχα, ίδιες βαλίτσες, ίδια χαμόγελα, όλα ζευγάρια μ’ένα χαμόγελο.  Είναι που πας και δε γνωρίζεις, είναι που εικάζεις όσα δε ξέρεις. Τραβήξαμε προσωρινές ακυρωτικές γραμμές σε κάποιες λέξεις, σύντομες τόσο, μα τόσο  ύπουλες και στην επιβίβαση γυρέψαμε άλλες.
Το καλοκαίρι είναι διαστολή.  Και τώρα που ξεθωριάζει ο Αύγουστος, που άρχισε σιγά σιγά τα άπλυτα να μαζεύει,  τα σκονισμένα του μαλλιά και τα γυμνά του πόδια, όχι χωρίς πληγές, τώρα θα έρθει η Άνοιξη για λίγο, για όσο κρατούν οι αναμνήσεις αυτού του σύντομου φευγιού . Κρίμα.
Ο χειμώνας φοράει βαριά περιβολή, ναι, κι έρχεται αργά αλλά έρχεται.  Ήδη τον κουβαλούν απ’ το καράβι οι ταξιδιώτες της επιστροφής. Με τα ίδια ρούχα, τις ίδιες βαλίτσες, χωρίς χαμόγελα. Την τόση  ανεμελιά την τόση ελπίδα, κι αυτή τη λήθη, ακουμπάμε ευλαβικά πάνω στο πλοίο που μας γυρίζει, λες και ποτέ δε μας ανήκαν, στο ίδιο πλοίο που μας πήγαινε.   
Η πόλη κρατά ανοιχτή την αγκαλιά της. Θα βουτήξεις, θα νιώσεις  τη στοργή, ή θα σε πνίξει;
Κάποιοι περπατούν ξυπόλητοι και το χειμώνα, νιώθουν την ίδια διαστολή στη βροχή, στο τσιμέντο, στο γκρίζο.
Άνθρωπε, βγάλε τα παπούτσια σου και περπάτα, ποιητή πιάσε το μολύβι σου, τράβηξε τις κουρτίνες, άνοιξε το παράθυρο και φώναξε ξανά τις λέξεις.
Πρέπει να συναντηθούμε. Η πόλη είναι το πλοίο της στεριάς που θα επιβιβαστούμε και πάλι θα μισήσουμε.
 Μα οι ποιητές  μπορούν και φτιάχνουν άλλα.  Ας είναι εκείνοι η πυξίδα μας.
Για την καλή αντάμωση στα πιο άγρια που είναι ήδη εδώ. 


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...