Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Οι ήρωες ξανασυνθέτουν τη ζωή που έζησες



 
Διαμελίζεις τη ζωή σου ανάμεσα στους φανταστικούς σου ήρωες, ένα κομμάτι σ’ αυτόν ένα σ’ εκείνον, κομμάτια που ντύνεις με λέξεις ελαφριές, κι άλλοτε πιο βαριές, ανάλογα τη συνθήκη κι όχι γιατί θέλεις  από κάπου να κρυφτείς αλλά γιατί εκείνοι πάντα  προσθέτουν και κάτι άλλο και κάτι ακόμα στην ήδη πεπραγμένη σου ζωή, σε όλα τα διαμελισμένα κομμάτια που αρκετά συχνά συνθέτουν χωρίς να το ορίζεις, κι ούτε ορίζεις το ότι πηγαίνεις απ’ την αρχή για να ξαναδιαβάσεις τη ζωή που έζησες μέσα απ’ τα μάτια τους. 

photo: francesco viscuso

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Η επιστροφή του σκύλου



Η περιγραφή του άγνωστου άνδρα, για τον ιδρώτα που έσταζε απ’ το μυαλό της,
σάστισε τον οικείο της άνθρωπο, τον πιο οικείο που μέχρι το τέλος της, κρατούσε ζωντανό στα σοκάκια που έφτιαξε με τα μάτια της μέσα στο σπίτι, για να μπορούν να αλλάζουν διαδρομές κυρίως τις νύχτες που δεν κοιμότανε κανείς τους, κι όχι, κανένα θέμα με το θάνατο δεν είχε, παρά μονάχα όταν εκείνος το έσκαγε, για λίγο, όταν της έφευγε απ’ τα λουρί.
Την έπιανε απελπισία. 
Κι οι δύο άντρες της μοιάζανε άγνωστοι μέχρι να επιστρέψει ο σκύλος.

                           photo:F.Viscuso                                          

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

το παραμυθι της ζωής για τους μικρούς θανάτους που ξεσπιτώνει απ' τις σελίδες της

Υπήρξαν κάποιοι που την πιστεψανε απ' την αρχή κι ακόμα την πιστεύουν, 
την 'διάβασαν', αναγνώρισαν όλα όσα ηθελε, όσα ζητούσε, για όσα σώπαινε,
 κι άλλοι που ήθελαν πρώτα να δουν, να διαπιστώσουν, να πεισθούν, 
κι άλλοι που δεν κατάλαβαν τίποτα, δεν πήραν σήμα ή σημάδι από την όποια συναναστροφή, ανταλλαγή, τις λέξεις, 
άλλοι που ξέχασαν προτού καλά καλά να θυμηθούν, κι άλλοι που δεν κατάλαβαν ποτέ. 
Eκείνη συνεχιζε θαρρώ να διασχίζει τη μοναχικότητα που ερωτεύτηκε μετά τον έρωτα της με τον άνθρωπο.
Υπήρξανε πάρα πολλοί από τότε που διέσχισαν την πραγματικότητα.

photo: francesco viscuso
 

Τα σώματα των συναυλιών





Σε κλειστό χώρο, σε ανοιχτό, στα μαζικά, για όποιο γεγονός, κι ήταν ο ένας δίπλα στον άλλο, καθόλου αέρας, ο ένας πάνω στον άλλο, -το σώμα-σώματα όλων των ειδών, ευθεία, ευθυτενή, αδύνατα, ψηλά, κοντά, ακίνητα, σκληρά. Θες να μετακινηθείς αλλά πρέπει να διασχίσεις σώματα, τα άλλα σώματα, αλλά τα σώματα είναι αγύμναστα(;) δεν έχουν σώμα και ψυχή , είναι νεκρά τα σώματα(;) είναι που ξέχασες να πας σε γυμναστήριο(;) όχι, είναι γιατί δε θέλουν, δεν ξέρουν, δε μπορούν (;) Τα πόδια κινούνται, ανοίγουν, κλείνουν για να….για να  περπατήσουν, μεγάλα βήματα, μικρά βήματα, εξαρτάται, από το ύψος, από την κατασκευή, όχι εξαρτάται από την ψυχή σου, την εγρήγορσή σου. Δεν έχουν ψυχή τα σώματα στις μαζικές συγκεντρώσεις, είναι άκαμπτα δεν μπορείς να περάσεις ανάμεσά τους εύκολα, δεν κινούνται δεν μετακινούνται, πρέπει να πέσεις επάνω τους, να μιλήσεις, να πεις συγγνώμη, να περάσω, και αν, αν κινητοποιηθούν, οι κινήσεις ειν’ αργές, νωχελικές, προσπαθώ, θέλω να κατανοήσω, είναι γιατί βυθίζονται σε αυτό που ακούνε, σε ό,τι ακούνε, είναι γιατί δεν το χουμε, είναι γιατί  μας φόρεσε, μας έπεσε βαρύ, και δεν κινείται, δεν ελίσσεται, αμύνεται, σκληραίνει, μένει αμετακίνητο στο χώρο που κατοικεί για κάποιες ώρες, ώσπου να επιστρέψει, για να φύγει το ίδιο, το ίδιο αμετακίνητο όπως έφτασε, είναι γιατί δεν άκουσες  τίποτα(;) δεν έγραψε τίποτα πάνω του όταν χόρεψες, αν χόρεψες, όταν γέλασες, όταν εκνευρίστηκες, όταν αντάλλαξες, όταν φλέρταρες.
Εκεί, όταν φλέρταρες, σε κοιτούσα, μόνο τα μάτια, γέννησαν κάποιες σπίθες, το σώμα(;) το σώμα έμεινε ακίνητο, δεν συσπάστηκε, τα δάχτυλα δεν μάγκωσαν, δεν μετακινήθηκαν, δεν σηκώθηκε το χέρι να καλύψει κάποιο μέρος του προσώπου, αυτό που ντρέπεται περισσότερο, που γελάει κρυφά, δεν χάιδεψες τα μαλλιά σου, δεν τα πείραξες, μόνο τα μάτια σου ακίνητα, δεν ανοιγόκλεισαν,  δε γύρισες το κεφάλι, λίγο, τόσο λίγο.
 Κι όταν άκουσες το αγαπημένο σου τραγούδι, το σώμα ακίνητο κινούσες, δεν άλλαξε άξονα, πάνω κάτω, δεν πήρες ανάσες κανονικές, δε μπήκες στο ρυθμό,  συγγνώμη λίγο, να περάσω, έκανες ένα βήμα πίσω, μικρό βήμα, ίσα ίσα που χωράω, σκύβω, ρουφάω την κοιλιά, ελίσσομαι απελπισμένα να πάρει το σώμα μου το σχήμα της πύκνωσης να τη διασχίσει, να ξανασηκωθεί, να συνεχίσει, ανάμεσα από άλλα σώματα, στα άλλα σώματα, για τα άλλα σώματα.
 Ο λαός αυτός δεν έχει σώμα(;), στις λαϊκές, στις συναυλίες, στις συγκεντρώσεις. Δεν έχει, σκέφτηκα, μελαγχολία, δεν έχει ούτε ψυχή (;) -δεν απάντησα, μόνο συνέχισα να ζητώ συγγνώμη, για να μπορέσω να εξακολουθήσω να περπατώ ανάμεσα από άλλα σώματα.



photo : francesco viscuso


‘’Στο μεταξύ είχε νυχτώσει πολύ…Μέσα κι έξω από το σώμα’’
                                 Σ.Δούμου
                                                                                                                                         

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Ψαλίδα καρφωμένη στο μυαλό



Η σημερινή μέρα είναι σίγουρα μια άλλη μέρα. Δε φτάνει η φράση που σαν ντόμινο χοροπηδά από στόμα σε στόμα τουλάχιστον κάποιοι το έχουν συνειδητοποιήσει αυτό το ‘’ανοίγει η ψαλίδα’’ -πρέπει να το έχουμε και απτό. Η αρχή του τέλους. Καλωσήρθε(;) και στα ράφια μας, μπορώ και βλέπω το μακάβριο σκαλοπάτι, ένα πιο κάτω, ακόμα πιο κάτω. Το τελευταίο δε βλέπω και ανησυχώ πια τόσο. Το 'φόρεσα' το τοίχος στην πόλη αυτή και πολύ γουστάρω. Δεν πλανάται πάνω απ' το κεφάλι μας, είναι εδω κάτω, ανάμεσά μας. Το χτίζουν μέρα τη μέρα. Ντρέπομαι και λυπάμαι μαζί.  Δεν ξέρω αν μπορώ να κάνω κάτι, κάνω όμως ό,τι μπορώ τελικά.
Σε κάποιες παραλίες κάποιοι μιλάνε ακόμα για ρουμπίνια και μονόπετρα και πελάτες που πηγαινοέρχονται για να αγοράσουν ρούχα και να στείλουν το λογαριασμό στο σύζυγο. Καλό το βρίσκω. Με μεταφέρει σε μια άλλη εποχή, και τους ανθρώπους αυτούς δίχως να το θέλω τους βλέπω εξωγήινους. Δεν έκανα τη βουτιά μου εκείνο το μεσημέρι. Μαγεύτηκα από την κουβέντα εκείνων των γυναικών απροσδιορίστου ηλικίας, τόσο που αντί να χοροπηδήσω σαν κατσίκι στα βράχια που τόσο απαλά τα έγλυφε το παγωμένο νερό χοροπηδούσα στο τσιμέντο που είχα μπροστά μου, στις τσιμεντένιες πλάτες των γυναικών, με το τσιμεντένιο μυαλό και τις τσιμεντένιες λέξεις. Κι ενώ καθόμουν στο βράχο, έγινα υπερκινητική. Κρίμα για τη βουτιά που χάθηκε. Ευτυχία για τις γραμμές εδώ.
Χτες κοιμήθηκα σε μια φίλη, τρία στενά κάτω από μένα, στην ίδια γειτονιά δηλαδή με τα δικά της βράχια, του κόσμου τούτου. Στην είσοδο, ακουμπισμένο στο τζάμι της κλειδωμένης πόρτας, ένα τσουβάλι από δέρμα, ένα σώμα νεανικό, γερμένο, ελκυστικό, αδύνατο, εξείχε ένας καθρέφτης απ’ το χέρι της, στο άλλο ένα κραγιόν, έκανα το γύρω του σώματος, να δω το πρόσωπο, κάτι, κοιμόταν; Κρατούσα ένα μικρό σάκο με ρούχα και ένα λαπ-τοπ, την τσάντα μου και μια κιθάρα, της φίλης. Τα ακούμπησα κάτω και την πήρα τηλέφωνο να κατέβει να μου ανοίξει, έχουμε και τέτοια θέματα σε αυτή τη γειτονιά, ενώ τα σπίτια σφύζουν από παρέες που ανεβοκατεβαίνουν όλες τις ώρες, οι μένοντες σε αυτά έχουν ένα ακόμα βάρος, το ανεβοκατέβασμα για να κλειδώνουν και να ξεκλειδώνουν, όλες τις ώρες, η φίλη έρχεται από τον έκτο, πολύς χρόνος για να περιμένεις κάτω, σε σκοτάδι, σε τέτοιο δρόμο, με τόσα πράγματα, μπροστά από ένα σώμα που κοιμάται, ξεκουράζεται; έχει λιποθυμήσει, έχει πάρει κάτι;-άγνωστο αλλά ο νους πάει σε ένα πράγμα σε αυτή τη γειτονιά, εδώ σε δύο, ουρλιάζει το καθρεφτάκι, το κραγιόν. Το σκηνικό της ζωής έχει: μία κουλουριασμένη κοπέλα και ό,τι κρατά πάνω στην πόρτα, μία έξω απ’την πόρτα φορτωμένη με πράγματα ένα μουσικό όργανο και τον τρόμο στα μάτια για την κοπέλα που έχει μπροστά της, και άλλη μία που κατεβαίνει με μπουρνούζι και μια πετσέτα τυλιγμένη στο κεφάλι γιατί την έβγαλα απ’ το μπάνιο που κράτησε πιο πολύ απ ’όσο θα' πρεπε αφού ο θερμοσίφωνας είχε μόλις χαλάσει.  Η διαστροφή της δουλειάς ίσως(;) δε μπόρεσα να μην κάνω το συνειρμό και να ψιθυρίσω πως το έργο είναι εδώ, έτοιμο. Ποιός Ιονέσκο και ποιό θέατρο, σκέφτηκα. Εδώ, πάντα η ζωή, πάντα με τα ωραιότερα έργα. Ever. Μας το έχει αποδείξει άλλωστε πάρα πολλές φορές. Το κάνει ακόμα. 
 Κι όπως στεκόμαστε και οι τρεις εκεί έξω, βάζω άθελά μου και τις δυο γυναίκες της παραλίας, αυτές με την απροσδιόριστη ηλικία να περνούν από μπροστά μας με γόβες και κόκκινα νύχια να μιλούν με πάθος για μονόπετρα. Με πιάνει νευρικό γέλιο. Πιο πολύ με την εικόνα της φίλης με το μπουρνούζι  και την πετσέτα στο κεφάλι και ακόμα περισσότερο με το ύφος της, που μεταφέρεται μια σε εμένα και τα πράγματά μου και μια στην κοπέλα που είναι κουλουριασμένη στην πόρτα. Γνωρίζει, την έχει δει πολλές φορές στην πόρτα της. Τώρα τι κάνουμε; Άνοιξε σιγά σιγά της ψιθυρίζω έξω απ’το ο τζάμι με την ελπίδα πως θα διαβάσει τα χείλια μου και την ελπίδα πως δε θα ξυπνήσουμε την κοπέλα που βρίσκεται ανάμεσά μας. Πιάνουν και τα δύο. Η πόρτα ανοίγει σιγά σιγά αλλά η κοπέλα πέφτει με το κεφάλι, με απόλυτο έλεγχο, στο μάρμαρο, αφήνοντας ένα όοοοοου όοοοοουυυυυυ απίστευτο. Δεν κοίταξε καμιά μας. Φοβήθηκα με την πτώση. Το στήθος της ήταν έξω. Άνοιξε τα μάτια, σήκωσε το σώμα, και συνέχισε να βάζει κραγιόν κρατώντας σφιχτά το καθρεφτάκι. Η δικιά της κανονικότητα. Πέρασα μέσα και η πόρτα κλείδωσε ξανά. Στο ασανσέρ δεν ανταλλάξαμε καμία κουβέντα μέχρι να φτάσουμε στον έκτο. Μου φάνηκε ένας αιώνας η ‘ανάβαση’ μέχρι της προσγείωση στο μικρό φιλόξενο διαμέρισμα της Ν.
Ποιός Ιονέσκο, της λέω, και η πόρτα κλείδωσε ξανά, με την εικόνα της ψαλίδας που συνέχεια ανοίγει, καρφωμένη στο κεφάλι μου.

photo: underwater_museum_statues_cancun_mexico5

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...