Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Τα λουλούδια του πάγου



Βρέθηκε εκεί, ένας άντρας
με ρούχα καλά, ατσούμπαλος,
εκεί - που ο δρόμος διασταυρώνεται με μια οικογένεια-
εκεί κουβάλησε και το σταυρό του
μέχρι εκεί.
Ήτανε γκρίζος.
Δεν υπήρξαν μάρτυρες
βρέθηκε εκεί, πάλι μόνος
Τον έναν και μοναδικό μάρτυρα που τον ακολουθούσε, τον άφησε πίσω
 το  παιδί που είχε αφήσει στο ψυγείο ξύπνησε
έκοψε ένα λουλούδι απ’ τον πάγο
του το πρόσφερε
στη γυναικεία του πλευρά
κι έτσι έγινε ένα η νεκρή οικογένεια 
χωρίς μάρτυρες.

Η επόμενη μέρα γέμισε ζωή απ’ τους περαστικούς.



Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Αναγνώριση της 24ης του μήνα



Δε βρεθήκαμε ποτέ
δε σε συνάντησα, ήσουνα βιαστικός την πρώτη στιγμή της πρώτης  γαλήνης
Διάβασες ένα βιβλίο είπες την ιστορία όλων αυτών-εν συντομία- και εισέβαλες στο βλέμμα μου
το ζωτικό, αλλά είχες και μαχαίρι
Συστήθηκες με γυναικείο όνομα
 ο λώρος σου
σερνότανε στο δρόμο
πάντα θα σέρνεται
είναι η πυξίδα, εγώ ακολούθησα σωστά τις παραφωνίες της διαδρομής σου
και
τα κουτιά
και
τα κουτάκια
τα χρονολόγια
τις ξένες λέξεις σου
τους άτσαλους ξεβρασμένους απο την φαντασία σου συνειρμούς για τους χαμένους ύπνους
Κι αυτή η λέξη, ένα: λοιπόν;
Και μ’ έβαλες στη θέση του αφηγητή
Eγώ δεν έχω ιστορίες
Έχω εμένα χωρίς το λώρο μου
Αυτή είναι η ιστορία μου.
Γι’ αυτό δεν έχεις τί άλλο να κόψεις και παιδεύεσαι.




Όχι εμείς



Απλώς οι άλλοι
Εμείς λείπαμε
Εμείς όχι
Παρεμπιπτόντως ήταν εκεί αυτοί οι άλλοι
εμείς έτσι λέγαμε
και φεύγαμε
τις νύχτες φεύγαμε
το πρωί δεν στέκεται στο βλέμμα
πάντα το κάνει
κι ερχόταν η νύχτα
και είχε κήπους, άνθη κλειστά
φυσούσαμε ν’ ανοίξουνε
αερικό άνθος, φυσούσαμε
πρόσωπα ανύπαρκτα, αυτά των άλλων
τα επιθυμούσαμε.
Αυτά των άλλων, όλων εμάς.  
Όχι εμείς.
Όχι τα δικά μας.

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Πάλι κόκκινη θα είναι



Κρατώ ακόμα στο τηλέφωνό μου αριθμούς φίλων συγγενών, δασκάλων που απουσιάζουν 
απο εδώ- και τη βροχή. Η  βροχή πιστεύω πως πέφτει πάντα κόκκινη αυτό πιστεύω από παιδί.
Την ομπρέλα που μου δώσανε, όμορφη, την έσπασα πάνω στον κορμό του δέντρου
που ρίζωνε για χρόνια έξω απ’το παράθυρό μου, κανένα άλλο δέντρο δεν εμφανίστηκε ποτέ δίπλα του, τόσα χρόνια τώρα. Μόνο Άη Βασίληδες σκαρφάλωναν από αυτό το δέντρο, πηγαινοερχόντουσαν λέει, μέχρι που μια νύχτα αποφάσισα να  μείνω ξάγρυπνη μέχρι το τέλος. Απουσίες. Τότε τους ανακάλυψα. Τώρα ακούω μωρά απ’ το παράθυρο. Προσπαθούν να μιλήσουν,  κάτι λένε, τα μεσημέρια συνήθως και μετά σιωπή. Αναλαμβάνουν όλοι οι άλλοι, οι ειδικοί. Επιστρέφω σε πρωτόλεια, που είναι ακόμα αμόλυντα, με αφορμή τα μωρά. Μη λες τη λέξη ενόχληση από το κλάμα και το θόρυβο αυτής της γλώσσας.
Περιμένω να βρέξει κι απόψε. Πάλι κόκκινη θα είναι. Πέταξα κάτι ομπρέλες που μου φέρανε δώρο. Θα πάρω το κινητό μαζί μου, θα καλέσω την Όλγα, την Δανάη, τον Λάκη, την Αμαλία.
Τώρα που γράφω κάποιους τους χαλάει η βροχή, το φθινόπωρο, η φάση  και νομίζουν πως κάτι άλλο τους συμβαίνει και παρεκτρέπονται. Εγώ πάντα έτσι ήμουν.
Κάποιοι που αργούν στη ζωή καθυστερούν και τους υπόλοιπους. 


Κ.Ν. Φρίντριχ
(Οι δυο γυναίκες δεν κινούνται, ούτε συζητούν, επειδή η σχέση τους, ο αδελφικός τους δεσμός, προέρχεται απο την κοινή εμπειρία τους).
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...